Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μορτίτης γεωργός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μορμύρος
μορμύρω
μορμυρωπός
μορμύσσομαι
Μορμώ
μορμώ
μορμών
μορμωτός
μορνάμενος
μοροδικέω
μορόεις
μόρον
μόροξος
μοροπονέω
μόρος
Μόρος
μόροττον
μοροφεγγής
μόροχθος
Μορρεύς
μόρρια
μορρία
μορρίνη
μόρρινος
μόρσιμος
Μόρσιμος
μορσίνιος
Μόρσων
μορτή
μορτίον
μορτίτης γεωργός
μορτοβάτη
μορτόβατις
μορτόβατος
μορτός
Μόρυς
μορύσσω
Μορύχιος
Μόρυχος
μορφά
μορφάεις
μορφάζω
μόρφασμα
μορφασμός
μορφάω
Μορφεύς
μορφή
μορφήεις
μόρφνος
μορφνός
μορφοειδής
μορφοποιέω
μορφοποιΐα
μορφοποιός
μορφοσκοπία
μορφοσκόπος
μορφοφανής
μορφόω
μορφύνω
Μορφώ
μορφώ
…
μορτίτης γεωργός
Save
Pape
μορτίτης γεωργός
, [ῑ],
colonus partiarius
, neugriechisch. Vgl. ἐπίμορτος.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}